Η ελληνική γλώσσα στο διάβα του χρόνου: Το ειδικό λεξιλόγιο του δικαίου (Μέρος Ε') Ημερομηνία:
Σήμερα 13/1/2026, 10:08 - Εμφανίσεις: 12
Οι λέξεις επιτροπεία (παράγωγο του ρήματος επιτροπεύω) και επίτροπος (παράγωγο του ρήματος επιτρέπω) σχετίζονται με ένα θεσμό της αθηναϊκής δημοκρατίας που λειτουργούσε ως ένα είδος γέφυρας μεταξύ της πολιτείας και των προσώπων που δεν είχαν καμία δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης σε δικαιοπραξίες.
Τέτοια πρόσωπα ήταν τα ανήλικα τέκνα, οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι, καθώς και όσοι πολίτες είχαν κηρυχθεί άτιμοι.
Οι επίτροποι, που εκτελούσαν τρόπον τινά χρέη κηδεμόνα ή θεματοφύλακα, διορίζονταν από τον επώνυμο άρχοντα της πόλης.
Ο όρος έφεσις είχε στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο από εκείνο που γνωρίζουμε στο σύγχρονο δίκαιο, δηλαδή την προσφυγή σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την επανεξέταση μιας εκδικασθείσης σε πρώτο βαθμό διαφοράς και την έκδοση οριστικής πλέον απόφασης.
Στην αθηναϊκή δημοκρατία η έφεσις ως ένδικο μέσο είχε περισσότερο την έννοια της σύγχρονης ακυρωτικής δίκης της διοικητικής δικαιοσύνης, με τη διαφορά ότι η σχετική αίτηση δε στρεφόταν μόνο εναντίον πράξης της διοίκησης, αλλά και κάθε άλλης απόφασης άρχοντα, δήμου ή φρατρίας από την οποία υφίστατο ζημία ο πολίτης.
Η εναντίωση αυτή δεν αφορούσε ασφαλώς τις αποφάσεις του πολυμελούς λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας.
Η κυριότης ως όρος του αρχαίου ελληνικού δικαίου έχει κατ’ αρχήν το ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο με την κυριότητα ως όρο της σύγχρονης νομικής επιστήμης.
Μια ουσιώδης διαφορά συνίσταται στο ότι κατά το δίκαιο ορισμένων αρχαίων πόλεων-κρατών όπου εφαρμοζόταν η μέθοδος της κληρουχίας, ήτοι της διά κλήρου κατανομής γαιών, ήταν δυνατή η ανάκληση της εκχώρησης αυτής προς τον κληρούχο, ενώ στο σύγχρονο εμπράγματο δίκαιο η απώλεια της κυριότητας δεν είναι το ίδιο εύκολη υπόθεση.
Στο δικαιικό λεξιλόγιο των αρχαίων Ελλήνων περιλαμβάνεται και η συναφής με την έννοια της κυριότητας χρησικτησία, όρος με περιεχόμενο ανάλογο με εκείνο που συναντούμε στο σύγχρονο δίκαιο (απόκτηση της κυριότητας αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, από αυτόν π...